einzig
einzig
aɪ̯ntsɪk
aintsik
einzugeinig

Ορισμός και σημασία του "einzig"στα γερμανικά

01

μοναδικός, μόνος

Das einzige seiner Art 
einzig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Einzigartigkeit, Quantität
Παραδείγματα
Das ist die einzig mögliche Lösung. 

Αυτή είναι η μοναδική δυνατή λύση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store