die einzelheit
einzelheit
aɪ̯ntslhaɪ̯t
aintslhait

Ορισμός και σημασία του "einzelheit"στα γερμανικά

Die Einzelheit
01

λεπτομέρεια, αναλυτικό

Ein spezifischer, kleiner Teil oder Aspekt einer Sache 
die Einzelheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Einzelheiten
γενική πτώση
Einzelheit
Παραδείγματα
Bitte beschreiben Sie den Vorfall in allen Einzelheiten. 

Παρακαλώ περιγράψτε το περιστατικό με όλες τις λεπτομέρειές του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store