Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Einverständnis
01
συγκατάθεση, συναίνεση
Die Zustimmung oder Billigung einer Handlung, Entscheidung oder Situation durch eine Person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Einverständnisse
γενική πτώση
Einverständnisses
Παραδείγματα
Sie gab ihr Einverständnis für die Operation.
Έδωσε τη συγκατάθεσή της για την εγχείρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
einverständnis
ein
verständnis



























