der Eintritt
Pronunciation
/ˈaɪ̯ntʁɪt/

Ορισμός και σημασία του "eintritt"στα γερμανικά

Der Eintritt
[gender: masculine]
01

έναρξη εισόδου, τίμημα εισόδου

Geld, das man bezahlt, um einen Ort betreten zu dürfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eintritt(e)s
πληθυντικός τύπος
Eintritte
Παραδείγματα
Ich habe den Eintritt schon online bezahlt.
Έχω ήδη πληρώσει την είσοδο online.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store