der eintritt
ein
a:n
an
tritt
tʁɪt
trit

Ορισμός και σημασία του "eintritt"στα γερμανικά

01

έναρξη εισόδου, τίμημα εισόδου

Geld, das man bezahlt, um einen Ort betreten zu dürfen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Eintritte
γενική πτώση
Eintritt(e)s
Παραδείγματα
Der Eintritt ins Museum kostet fünf Euro. 

Η είσοδος στο μουσείο κοστίζει πέντε ευρώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eintritt

ein

+

tritt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store