Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eintritt
01
έναρξη εισόδου, τίμημα εισόδου
Geld, das man bezahlt, um einen Ort betreten zu dürfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Eintritte
γενική πτώση
Eintritt(e)s
Παραδείγματα
Der Eintritt ins Museum kostet fünf Euro.
Η είσοδος στο μουσείο κοστίζει πέντε ευρώ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
eintritt
ein
tritt



























