Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eintritt
[gender: masculine]
01
έναρξη εισόδου, τίμημα εισόδου
Geld, das man bezahlt, um einen Ort betreten zu dürfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eintritt(e)s
πληθυντικός τύπος
Eintritte
Παραδείγματα
Ich habe den Eintritt schon online bezahlt.
Έχω ήδη πληρώσει την είσοδο online.
Λεξικό Δέντρο
eintritt
ein
tritt



























