Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einspeisen
01
εισάγω
Etwas in ein System oder Netzwerk gezielt eingeben und integrieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
speisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
speise ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
speist ein
ενεστώτα μετοχή
einspeisend
απλός αόριστος
speiste ein
παθητική μετοχή
eingespeist
Παραδείγματα
Das neue Kraftwerk speist Strom in das Netz ein.
Το νέο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εισάγει ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο.



























