Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einseitig
01
μεροληπτικός, μονόπλευρος
Nur eine Seite berücksichtigend oder darstellend, ohne andere Seiten oder Aspekte einzubeziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am einseitigsten
συγκριτικός βαθμός
einseitiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine einseitige Meinung lässt andere Perspektiven nicht zu.
Η μονόπλευρη γνώμη του δεν επιτρέπει άλλες προοπτικές.



























