Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einsehen
01
καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ
Etwas verstehen oder erkennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
sehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sehe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
sieht ein
ενεστώτα μετοχή
einsehend
απλός αόριστος
sah ein
παθητική μετοχή
eingesehen
Παραδείγματα
Er hat seinen Fehler endlich eingesehen.
Επιτέλους κατάλαβε το λάθος του.
Λεξικό Δέντρο
einsehen
ein
sehen



























