Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einschätzen
01
εκτιμώ, αξιολογώ
Eine Meinung oder Bewertung über etwas oder jemanden bilden, oft basierend auf begrenzten Informationen oder Erfahrungen.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
schätzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schätze ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
schätzt ein
ενεστώτα μετοχή
einschätzend
απλός αόριστος
schätzte ein
παθητική μετοχή
eingeschätzt
Παραδείγματα
Sie kann Menschen gut einschätzen.
Μπορεί να αξιολογεί καλά τους ανθρώπους.



























