Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Einschreiben
[gender: neuter]
01
συστημένη επιστολή, συστημένη αλληλογραφία
Eine Postsendung mit Nachweis über den Erhalt, bei der der Empfänger beim Erhalt unterschreiben muss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Einschreibens
πληθυντικός τύπος
Einschreiben
Παραδείγματα
Das Einschreiben kostet 5 Euro mehr als normaler Postversand.
Η συστημένη αλληλογραφία κοστίζει 5 ευρώ περισσότερο από την κανονική ταχυδρομική αποστολή.
einschreiben
01
εγγράφω, εγγράφομαι
Sich offiziell in einer Institution registrieren, um teilzunehmen oder Mitglied zu werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreibe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt ein
ενεστώτα μετοχή
einschreibend
απλός αόριστος
schrieb ein
παθητική μετοχή
eingeschrieben
Παραδείγματα
Ich habe mich für den Deutschkurs eingeschrieben.
Εγγράφηκα στο μάθημα γερμανικών.



























