einschlafen
ein
a:n
an
schlafen
ʃla:fɱ
shlafm
einschlageneinschiffeneinschärfen

Ορισμός και σημασία του "einschlafen"στα γερμανικά

einschlafen
01

αποκοιμιέμαι, πέφτω για ύπνο

In den Schlaf übergehen 
einschlafen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
schlafe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
schläft ein
ενεστώτα μετοχή
einschlafend
απλός αόριστος
schlief ein
παθητική μετοχή
eingeschlafen
Παραδείγματα
Ich schlafe jeden Abend um zehn ein. 

Εγώ κοιμάμαι κάθε βράδυ στις δέκα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store