Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einsatz
[gender: masculine]
01
χρήση, απασχόληση
Die Verwendung von Mitteln, Geräten oder Personen für einen bestimmten Zweck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einsatzes
πληθυντικός τύπος
Einsätze
Παραδείγματα
Ohne den Einsatz freiwilliger Helfer wäre das Event unmöglich.
Χωρίς τη χρήση εθελοντών, η εκδήλωση θα ήταν αδύνατη.
02
στοίχημα, ποντάρισμα
Ein Geldbetrag, den man bei einem Spiel oder einer Wette riskiert
Παραδείγματα
Der minimale Einsatz beträgt 5 Euro.
Το ελάχιστο στοίχημα είναι 5 ευρώ.



























