Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einsatz
01
χρήση, απασχόληση
Die Verwendung von Mitteln, Geräten oder Personen für einen bestimmten Zweck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einsatzes
πληθυντικός τύπος
Einsätze
Παραδείγματα
Der Einsatz von KI verbessert die Effizienz.
Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης βελτιώνει την αποτελεσματικότητα.
02
στοίχημα, ποντάρισμα
Ein Geldbetrag, den man bei einem Spiel oder einer Wette riskiert
Παραδείγματα
Sein Einsatz beim Poker betrug 200 Euro.
Το στοίχημά του στο πόκερ ήταν 200 ευρώ.



























