Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Einkommen
01
εισόδημα, αποδοχές
Geld, das eine Person regelmäßig durch Arbeit oder andere Quellen bekommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Einkommen
γενική πτώση
Einkommens
Παραδείγματα
Sein Einkommen reicht für alle Ausgaben.
Το εισόδημά του επαρκεί για όλες τις δαπάνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
einkommen
ein
kommen



























