Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einhaken
[past form: hakte ein]
01
αγκιστρώνω, συνδέω με άγκιστρο
Etwas mit einem Haken befEtwas mit einem Haken befestigen oder verbinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
haken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hake ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
hakt ein
ενεστώτα μετοχή
einhakend
απλός αόριστος
hakte ein
παθητική μετοχή
eingehakt
Παραδείγματα
Er hakte die Angel an den Köder ein.
Αυτός έδεσε το δόλωμα στην καλάμι.



























