einhaken
Pronunciation
/ˈaɪnhˌɑːkən/

Ορισμός και σημασία του "einhaken"στα γερμανικά

einhaken
[past form: hakte ein]
01

αγκιστρώνω, συνδέω με άγκιστρο

Etwas mit einem Haken befEtwas mit einem Haken befestigen oder verbinden
einhaken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
haken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hake ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
hakt ein
ενεστώτα μετοχή
einhakend
απλός αόριστος
hakte ein
παθητική μετοχή
eingehakt
Παραδείγματα
Er hakte die Angel an den Köder ein.
Αυτός έδεσε το δόλωμα στην καλάμι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store