einfügen
einfügen
aɛ̯nfy:gən
aenfygēn
einführeneinlegeneinengeneinfangen

Ορισμός και σημασία του "einfügen"στα γερμανικά

einfügen
01

εισάγω, προσθέτω

Etwas an eine bestimmte Stelle hinzufügen 
einfügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
fügen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
füge ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
fügt ein
ενεστώτα μετοχή
einfügend
απλός αόριστος
fügte ein
παθητική μετοχή
eingefügt
Παραδείγματα
Ich füge das Bild in das Dokument ein. 

Εισάγω την εικόνα στο έγγραφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store