Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einfinden
01
συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι
Sich an einem vereinbarten Ort einstellen oder versammeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet ein
ενεστώτα μετοχή
einfindend
απλός αόριστος
fand ein
παθητική μετοχή
eingefunden
Παραδείγματα
Die Gäste fanden sich pünktlich im Foyer ein.
Οι επισκέπτες συναθροίστηκαν στην ώρα τους στο φουαγιέ.



























