einfinden
ein
a:n
αν
finden
fɪndn
φινντν
einwendeneinsendeneinbinden

Ορισμός και σημασία του "einfinden"στα γερμανικά

einfinden
01

συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι

Sich an einem vereinbarten Ort einstellen oder versammeln 
einfinden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet ein
ενεστώτα μετοχή
einfindend
απλός αόριστος
fand ein
παθητική μετοχή
eingefunden
Παραδείγματα
Die Gäste fanden sich pünktlich im Foyer ein. 

Οι επισκέπτες συναθροίστηκαν στην ώρα τους στο φουαγιέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store