der einfall
ein
ˈa:n
an
fall
fal
fal

Ορισμός και σημασία του "einfall"στα γερμανικά

01

ιδέα, έμπνευση

Eine plötzliche Idee oder ein Gedanke 
der Einfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einfälle
γενική πτώση
Einfall(e)s
Παραδείγματα
Mir kam ein guter Einfall. 

Μια ιδέα μου ήρθε στο μυαλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

einfall

ein

+

fall

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store