Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einfall
01
ιδέα, έμπνευση
Eine plötzliche Idee oder ein Gedanke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einfall(e)s
πληθυντικός τύπος
Einfälle
Παραδείγματα
Mir kam ein guter Einfall.
Μια ιδέα μου ήρθε στο μυαλό.
Λεξικό Δέντρο
einfall
ein
fall



























