das Eigentum
Pronunciation
/ˈaɪɡəntuːm/

Ορισμός και σημασία του "eigentum"στα γερμανικά

01

ιδιοκτησία, κτήμα

Etwas, das jemandem rechtlich gehört, z. B. Grundstück, Haus oder Besitz
das Eigentum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Eigentum(e)s
Παραδείγματα
Er hat viel Eigentum geerbt.
Κληρονόμησε πολλή ιδιοκτησία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store