der Ehemann
Pronunciation
/ˈeːəman/

Ορισμός και σημασία του "ehemann"στα γερμανικά

01

σύζυγος, άντρας

Ein verheirateter Mann in einer Ehe
der Ehemann definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ehemann(e)s
πληθυντικός τύπος
Ehemänner
Παραδείγματα
Sein Ehemann kocht gern.
Ο σύζυγός της αρέσκεται να μαγειρεύει.

Λεξικό Δέντρο

ehemann

ehe

+

mann

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store