Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ehemann
01
σύζυγος, άντρας
Ein verheirateter Mann in einer Ehe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ehemann(e)s
πληθυντικός τύπος
Ehemänner
Παραδείγματα
Sein Ehemann kocht gern.
Ο σύζυγός της αρέσκεται να μαγειρεύει.
Λεξικό Δέντρο
ehemann
ehe
mann



























