der ehemann
ehemann
e:əman
eēman

Ορισμός και σημασία του "ehemann"στα γερμανικά

01

σύζυγος, άντρας

Ein verheirateter Mann in einer Ehe 
der Ehemann definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ehemann(e)s
πληθυντικός τύπος
Ehemänner
Παραδείγματα
Ihr Ehemann arbeitet im Krankenhaus. 

Ο σύζυγός της εργάζεται στο νοσοκομείο.

Λεξικό Δέντρο

ehemann

ehe

+

mann

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store