Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ehemann
01
σύζυγος, άντρας
Ein verheirateter Mann in einer Ehe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ehemann(e)s
πληθυντικός τύπος
Ehemänner
Παραδείγματα
Ihr Ehemann arbeitet im Krankenhaus.
Ο σύζυγός της εργάζεται στο νοσοκομείο.
Λεξικό Δέντρο
ehemann
ehe
mann



























