die ehefrau
ehefrau
e:əfʁaʊ
eēfraw

Ορισμός και σημασία του "ehefrau"στα γερμανικά

01

σύζυγος, γυναίκα

Eine verheiratete Frau in einer Ehe 
die Ehefrau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ehefrauen
αρσενικό ενικό
Ehemann
θηλυκό ενικό
Ehefrau
neutral form
Ehepartner
γενική πτώση
Ehefrau
Παραδείγματα
Seine Ehefrau arbeitet als Lehrerin. 

Η σύζυγός του εργάζεται ως δασκάλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store