ehe
ehe
e:ə
εα

Ορισμός και σημασία του "ehe"στα γερμανικά

01

πριν

Bevor etwas passiert 
ehe definition and meaning
Παραδείγματα
Ich ging ins Bett, ehe ich das Licht ausschaltete. 

Πήγα στο κρεβάτι πριν σβήσω το φως.

01

γάμος, σύζευξη

Die rechtliche und soziale Verbindung zwischen zwei Menschen als Ehepartner 
die Ehe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ehen
γενική πτώση
Ehe
Παραδείγματα
Die Ehe ist ein wichtiger Schritt im Leben. 

Ο γάμος είναι ένα σημαντικό βήμα στη ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store