Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durchsetzen
01
υλοποιώ με επιτυχία, επιβάλλω
Etwas gegen Widerstand erfolgreich verwirklichen oder durchführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
durch
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze durch
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt durch
ενεστώτα μετοχή
durchsetzend
απλός αόριστος
setzte durch
παθητική μετοχή
durchgesetzt
Παραδείγματα
Er setzte seinen Willen gegen alle Widerstände durch.
Εφάρμοσε τη θέλησή του ενάντια σε όλες τις αντιστάσεις.
02
επικρατώ, υπερισχύω
Sich gegen Widerstände oder Alternativen durch Erfolg allgemein durchsetzen
Παραδείγματα
Die Impfpflicht setzte sich trotz Protesten durch.
Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού επιβλήθηκε παρά τις διαμαρτυρίες.



























