Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durchatmen
01
αναπνέω βαθιά, παίρνω μια βαθιά ανάσα
Tief ein- und ausatmen, oft um sich zu entspannen oder zu erholen
Παραδείγματα
In den Bergen kann man richtig durchatmen.
Στα βουνά, μπορείς πραγματικά να αναπνέεις βαθιά.


























