Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dunst
[gender: masculine]
01
ομίχλη, αχνός
Ein leichter Nebel oder Feuchtigkeit in der Luft
Παραδείγματα
Der Dunst verschwand langsam, als die Sonne aufging.
Η ομίχλη εξαφανίστηκε αργά καθώς ανατέλλει ο ήλιος.


























