Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Druck
01
πίεση, δύναμη
Eine Kraft, die auf eine Fläche oder Person wirkt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Drucks
πληθυντικός τύπος
Drucke
Παραδείγματα
Der Druck in der Leitung ist zu hoch.
Η πίεση στον αγωγό είναι πολύ υψηλή.
02
εκτύπωση, τύπωμα
Das Drucken von Texten oder Bildern auf Papier oder ein anderes Material
Παραδείγματα
Der Druck des Buches dauert mehrere Tage.
Η εκτύπωση του βιβλίου διαρκεί αρκετές ημέρες.



























