dringend
drin
ˈdʁɪn
drin
gend
gənt
gēnt

Ορισμός και σημασία του "dringend"στα γερμανικά

01

επείγων, κατεπείγων

Besonders eilig oder wichtig 
dringend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dringendste-
συγκριτικός βαθμός
dringender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich habe ein dringendes Problem. 

Έχω ένα επείγον πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store