Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diskutieren
01
συζητώ, διαφωνώ
Über ein Thema sprechen und verschiedene Meinungen austauschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
diskutiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
diskutiert
ενεστώτα μετοχή
diskutierend
απλός αόριστος
diskutierte
παθητική μετοχή
diskutiert
Παραδείγματα
Diskutieren hilft, Lösungen zu finden.
Η συζήτηση βοηθά στην εύρεση λύσεων.



























