Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
direkt
[comparative form: direkter][superlative form: direktesten]
01
άμεσος
Ohne Umweg oder Unterbrechung verlaufend
Παραδείγματα
Die Sonne steht im direkten Blickfeld.
Ο ήλιος είναι στο άμεσο οπτικό πεδίο.
02
άμεσος, ειλικρινής
Ohne Umschweife
Παραδείγματα
In Deutschland ist man oft direkt.
Στη Γερμανία, οι άνθρωποι είναι συχνά άμεσοι.
direkt
01
άμεσα, ακριβώς
Genau an einem bestimmten Punkt
Παραδείγματα
Sie traf direkt ins Schwarze.
Χτύπησε απευθείας το κέντρο του στόχου.
02
άμεσα
Ohne Zwischenschritte oder Vermittler
Παραδείγματα
Ruf die Hotline direkt an!
Καλέστε την γραμμή βοήθειας άμεσα !


























