Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diplomatisch
01
διπλωματικός, τακτικός
Taktvoll und geschickt im Umgang mit Menschen oder Problemen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am diplomatischsten
συγκριτικός βαθμός
diplomatischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Länder haben eine diplomatische Lösung gefunden.
Οι χώρες βρήκαν μια διπλωματική λύση.



























