Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Denkmal
01
μνημείο
Ein Bauwerk oder eine Statue, die an eine wichtige Person oder ein Ereignis erinnert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Denkmal(e)s
πληθυντικός τύπος
Denkmäler
Παραδείγματα
Das Denkmal wurde vor hundert Jahren gebaut.
Το μνημείο χτίστηκε πριν από εκατό χρόνια.



























