Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
denkbar
01
φανταστός, συνεκδοχικός
Etwas, das man sich vorstellen oder für möglich halten kann
Παραδείγματα
Das Ergebnis ist unter den Umständen denkbar.
Το αποτέλεσμα είναι φανταστό υπό αυτές τις συνθήκες.
denkbar
01
εξαιρετικά, στο υψηλότερο βαθμό
in höchstem Maße, so stark wie nur möglich
Παραδείγματα
ein denkbar günstiges Angebot
Ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα.


























