denkbar
Pronunciation
/ˈdɛŋkbaːɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "denkbar"στα γερμανικά

01

φανταστός, συνεκδοχικός

Etwas, das man sich vorstellen oder für möglich halten kann
denkbar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am denkbarsten
συγκριτικός βαθμός
denkbarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Ergebnis ist unter den Umständen denkbar.
Το αποτέλεσμα είναι φανταστό υπό αυτές τις συνθήκες.
01

εξαιρετικά, στο υψηλότερο βαθμό

in höchstem Maße, so stark wie nur möglich
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er verhielt sich denkbar korrekt.
Συμπεριφέρθηκε εξαιρετικά σωστά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store