der denker
denker
dɛnkɐ
denk

Ορισμός και σημασία του "denker"στα γερμανικά

01

στοχαστής, φιλόσοφος

Eine Person, die tief und sorgfältig über wichtige Fragen nachdenkt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Denker
αρσενικό ενικό
Denker
θηλυκό ενικό
Denkerin
neutral form
denkende Person
γενική πτώση
Denkers
Παραδείγματα
Er gilt als großer Denker unserer Zeit. 

Θεωρείται ένας μεγάλος στοχαστής της εποχής μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store