Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dekorieren
01
διακοσμώ, στολίζω
Etwas schön oder festlich gestalten, oft mit Gegenständen oder Farben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dekoriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dekoriert
ενεστώτα μετοχή
dekorierend
απλός αόριστος
dekorierte
παθητική μετοχή
dekoriert
Παραδείγματα
Zum Geburtstag haben wir das Haus schön dekoriert.
Για τα γενέθλια, διακοσμήσαμε το σπίτι όμορφα.



























