Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dehydrieren
01
αφυδατώνω, στεγνώνω
Wasser oder Feuchtigkeit entziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dehydriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dehydriert
ενεστώτα μετοχή
dehydrierend
απλός αόριστος
dehydrierte
παθητική μετοχή
dehydriert
Παραδείγματα
Das Labor dehydriert die Probe für die Analyse.
Το εργαστήριο αφυδατώνει το δείγμα για ανάλυση.



























