Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dehydrieren
[past form: dehydrierte]
01
αφυδατώνω, στεγνώνω
Wasser oder Feuchtigkeit entziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dehydriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dehydriert
ενεστώτα μετοχή
dehydrierend
απλός αόριστος
dehydrierte
παθητική μετοχή
dehydriert
Παραδείγματα
Diese Maschine dehydriert Obst zu Trockenfrüchten.
Αυτή η μηχανή αφυδατώνει τα φρούτα για να τα μετατρέψει σε ξηρούς καρπούς.



























