das defizit
de
ˈde:
ντε
fi
fi
φι
zit
tsi:t
τσιτ
definit

Ορισμός και σημασία του "defizit"στα γερμανικά

01

έλλειμμα, έλλειψη

Ein finanzieller Fehlbetrag, bei dem die Ausgaben die Einnahmen übersteigen besonders in Unternehmen, Banken oder Staatshaushalten 
das Defizit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Defizite
γενική πτώση
Defizit(e)s
Παραδείγματα
Das Defizit der Stadt beläuft sich auf 20 Mio. . 

Το έλλειμμα της πόλης ανέρχεται σε 20 εκατομμύρια ευρώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store