der deckel
deckel
dɛkl
ντεκλ
dackel

Ορισμός και σημασία του "deckel"στα γερμανικά

01

καπάκι, καπάκι

Abdeckung, die ein Gefäß oder eine Schale verschließt 
der Deckel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deckel
γενική πτώση
deckels
Παραδείγματα
Das Wasser kocht schneller, wenn du den Deckel auf den Topf tust. 

Το νερό βράζει πιο γρήγορα όταν βάζεις το καπάκι στην κατσαρόλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store