dauernd
dauernd
daʊ̯ɐnt
dawnt

Ορισμός και σημασία του "dauernd"στα γερμανικά

01

συνεχής, μόνιμος

Ohne Unterbrechung wiederkehrend oder anhaltend 
dauernd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er stellt dauernd Fragen. 

Κάνει ερωτήσεις συνεχώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store