Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
darlegen
01
εξηγώ λεπτομερώς, αναλύω
Etwas ausführlich und systematisch erklären oder begründen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
dar
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege dar
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt dar
ενεστώτα μετοχή
darlegend
απλός αόριστος
legte dar
παθητική μετοχή
dargelegt
Παραδείγματα
Der Professor legte die Theorie anhand von Diagrammen dar.
Ο καθηγητής έθεσε τη θεωρία χρησιμοποιώντας διαγράμματα.



























