darlegen
darlegen
da:ɐ̯le:gng
dalegng
darlehen

Ορισμός και σημασία του "darlegen"στα γερμανικά

darlegen
01

εξηγώ λεπτομερώς, αναλύω

Etwas ausführlich und systematisch erklären oder begründen 
darlegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
dar
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege dar
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt dar
ενεστώτα μετοχή
darlegend
απλός αόριστος
legte dar
παθητική μετοχή
dargelegt
Παραδείγματα
Der Professor legte die Theorie anhand von Diagrammen dar. 

Ο καθηγητής έθεσε τη θεωρία χρησιμοποιώντας διαγράμματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store