darlegen
Pronunciation
/ˈdaːɐ̯ˌleːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "darlegen"στα γερμανικά

darlegen
01

εξηγώ λεπτομερώς, αναλύω

Etwas ausführlich und systematisch erklären oder begründen
darlegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
dar
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege dar
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt dar
ενεστώτα μετοχή
darlegend
απλός αόριστος
legte dar
παθητική μετοχή
dargelegt
Παραδείγματα
Er legte geduldig den Weg zur nächsten U-Bahn-Station dar.
Εκείνος υπομονετικά εξήγησε το δρόμο προς τον πλησιέστερο σταθμό του μετρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store