Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dabei
01
μαζί, διαθέσιμο
Etwas bei sich tragen oder verfügbar haben
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich habe meinen Pass dabei.
Έχω το διαβατήριό μου μαζί μου.
02
παρών
Anwesend sein oder an einer Aktivität teilnehmen
Παραδείγματα
Wir waren beim Konzert dabei.
Ήμασταν παρόντες στο συναυλία.
03
ωστόσο, όμως
Drückt einen Gegensatz zwischen zwei Aussagen aus
Παραδείγματα
Er wirkt ruhig, dabei ist er sehr nervös.
Φαίνεται ήρεμος, ωστόσο είναι πολύ νευρικός.



























