die cousine
cou
ku
κου
si
ˈzi:
ζι
ne
ν
Kusine

Ορισμός και σημασία του "cousine"στα γερμανικά

01

ξαδέρφη

Die Tochter eines Onkels oder einer Tante 
die Cousine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Cousinen
αρσενικό ενικό
Cousin
θηλυκό ενικό
Cousine
neutral form
Cousin/Cousine
γενική πτώση
Cousine
Παραδείγματα
Meine Cousine studiert Medizin. 

Η ξαδέρφη μου σπουδάζει ιατρική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store