Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Cousine
[gender: feminine]
01
ξαδέρφη
Die Tochter eines Onkels oder einer Tante
Παραδείγματα
Meine Cousine und ich gehen oft ins Kino.
Η ξαδέρφη μου και εγώ πηγαίνουμε συχνά στον κινηματογράφο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ξαδέρφη