der cousin
cou
ˈku:
koo
sin
zən
zēn

Ορισμός και σημασία του "cousin"στα γερμανικά

01

ξάδελφος, ανιψιός

Der Sohn eines Onkels oder einer Tante 
der Cousin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Cousins
αρσενικό ενικό
Cousin
θηλυκό ενικό
Cousine
neutral form
Vettern
γενική πτώση
Cousins
Παραδείγματα
Mein Cousin ist zwei Jahre älter als ich. 

Ο ξάδερφός μου είναι δύο χρόνια μεγαλύτερος από μένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store