der bürger
bürger
bʏʁgɐ
burg
burger

Ορισμός και σημασία του "bürger"στα γερμανικά

01

πολίτης, πολίτισσα

Eine Person, die in einer Stadt oder einem Staat lebt und die Rechte und Pflichten dort hat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bürger
αρσενικό ενικό
Bürger
θηλυκό ενικό
Bürgerin
neutral form
Staatsangehörige/r
γενική πτώση
Bürgers
Παραδείγματα
Jeder Bürger hat das Recht zu wählen. 

Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να ψηφίσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store