se
ˈbø:
μπё
se
σα
börse

Ορισμός και σημασία του "böse"στα γερμανικά

01

θυμωμένος, οργισμένος

Ärger oder Zorn empfindend 
böse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am bösesten
συγκριτικός βαθμός
böser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Verhalten, Beziehung
Παραδείγματα
Mein Chef ist böse auf mich. 

Το αφεντικό μου είναι θυμωμένο μαζί μου.

02

κακόβουλος, κακός

Mit schlechten Absichten 
böse definition and meaning
Παραδείγματα
Das war nicht nett, das war böse! 

Αυτό δεν ήταν καλό, ήταν κακό!

03

κακός, κακούργος

Unangenehm oder gefährlich 
böse definition and meaning
Παραδείγματα
Die Wunde sieht böse aus. 

Η πληγή φαίνεται κακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store