Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
böse
01
θυμωμένος, οργισμένος
Ärger oder Zorn empfindend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am bösesten
συγκριτικός βαθμός
böser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mein Chef ist böse auf mich.
Το αφεντικό μου είναι θυμωμένο μαζί μου.
02
κακόβουλος, κακός
Mit schlechten Absichten
Παραδείγματα
Das war nicht nett, das war böse!
Αυτό δεν ήταν καλό, ήταν κακό!
03
κακός, κακούργος
Unangenehm oder gefährlich
Παραδείγματα
Die Wunde sieht böse aus.
Η πληγή φαίνεται κακή.



























