der bäcker
bäcker
bɛkɐ
bek
becker

Ορισμός και σημασία του "bäcker"στα γερμανικά

01

φούρναρης, ζαχαροπλάστης

Der Mann, der Brot und Kuchen backt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bäcker
αρσενικό ενικό
Bäcker
θηλυκό ενικό
Bäckerin
neutral form
Backende
γενική πτώση
Bäckers
Παραδείγματα
Der Bäcker backt früh am Morgen. 

Ο φούρναρης ψήνει νωρίς το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store