Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bundesgebiet
[gender: neuter]
01
ομοσπονδιακή επικράτεια, εθνική επικράτεια
Das gesamte Gebiet eines Bundesstaates, z. B. Deutschland
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Bundesgebiet(e)s
πληθυντικός τύπος
Bundesgebiete
Παραδείγματα
Ausländer benötigen ein Visum, um in das Bundesgebiet einzureisen.
Οι αλλοδαποί χρειάζονται βίζα για να εισέλθουν στην ομοσπονδιακή επικράτεια.



























