Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Budget
01
προϋπολογισμός, προϋπολογισμός
Ein Plan für Einnahmen und Ausgaben über einen bestimmten Zeitraum, der von Personen, Unternehmen oder Regierungen festgelegt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Budgets
πληθυντικός τύπος
Budgets
Παραδείγματα
Unser monatliches Budget beträgt 3000 €.
Ο μηνιαίος προϋπολογισμός μας είναι 3000 €.



























