brechen
brechen
bʁɛçn
brechn
blechen

Ορισμός και σημασία του "brechen"στα γερμανικά

brechen
01

σπάω, θραύω

Etwas zerbricht in zwei oder mehr Teile durch Druck oder Kraft 
brechen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
breche
γ΄ ενικό πρόσωπο
bricht
ενεστώτα μετοχή
brechend
απλός αόριστος
brach
παθητική μετοχή
gebrochen
Παραδείγματα
Ich breche das Glas aus Versehen. 

Εγώ σπάω το ποτήρι κατά λάθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store