Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brechen
01
σπάω, θραύω
Etwas zerbricht in zwei oder mehr Teile durch Druck oder Kraft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
breche
γ΄ ενικό πρόσωπο
bricht
ενεστώτα μετοχή
brechend
απλός αόριστος
brach
παθητική μετοχή
gebrochen
Παραδείγματα
Das Fenster ist gestern Nacht gebrochen.
Το παράθυρο έσπασε χθες το βράδυ.



























