der brand
brand
bʁant
brant
bandsandhandland

Ορισμός και σημασία του "brand"στα γερμανικά

01

πυρκαγιά, φωτιά

Ein großes Feuer, das Schaden verursacht 
der Brand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Brände
γενική πτώση
Brand(e)s
Παραδείγματα
Der Brand zerstörte mehrere Häuser. 

Η πυρκαγιά κατέστρεψε αρκετά σπίτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store