brachliegen
Pronunciation
/brˈaxliːɡən/

Ορισμός και σημασία του "brachliegen"στα γερμανικά

brachliegen
[past form: lag brach]
01

παραμένει ακαλλιέργητο, είναι αχρησιμοποίητο

Ungenutzt oder ohne Bewirtschaftung bleiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
brach
βασικό ρήμα
liegen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liege brach
γ΄ ενικό πρόσωπο
liegt brach
ενεστώτα μετοχή
brachliegend
απλός αόριστος
lag brach
παθητική μετοχή
brachgelegen
Παραδείγματα
Sein Talent liegt leider brach.
Δυστυχώς, το ταλέντο του μένει αχρησιμοποίητο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store